Ζεύς


Ζεύς
Зевс (бог)

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "Ζεύς" в других словарях:

  • Ζεύς — dyaús masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ζευς — Η κορυφαία θεότητα στο αρχαίο ελληνικό πάνθεον. Βλ. λ. Δίας. (Αστρον.) Πλανήτης του ηλιακού συστήματος. Βλ. λ. Δίας (Αστρον.). * * * και Δίας, ο (AM Ζεύς, Διός) 1. (στην αρχαία Ελλάδα) βασιλιάς και πατέρας θεών και ανθρώπων, θεός τού ουρανού και… …   Dictionary of Greek

  • Ζεὺς σωτὴρ καὶ νίκη. — См. Бог нам прибежище и сила …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Δίας ή Ζευς — I Η κορυφαία μυθολογική θεότητα στο αρχαίο ελληνικό πάνθεο. Η μορφή του θεού αυτού είχε την προέλευσή της σε ένα υπέρτατο ον των ινδοευρωπαϊκών λαών, που είχε το όνομα του φωτεινού ουρανού, το οποίο διατηρείται στις διάφορες ιστορικές γλώσσες:… …   Dictionary of Greek

  • Ἀλλ’ οὐ Ζεὺς ἄνδρεσσι νοήματα πάντα τελευτᾷ. — См. Человек предполагает, а Бог располагает …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Δολιχηνός Ζευς — Όνομα με το οποίο λατρεύτηκε από τους Έλληνες και τους Ρωμαίους μια νέα μορφή θεότητας, κατά μίμηση του φοινικικού θεού Βάαλ. Ο Δ.Ζ. λατρευόταν στη Δολίχη της Κομμαγηνής και μεταφέρθηκε στους Ρωμαίους από τα συριακά στρατεύματα. Όταν το βασίλειο… …   Dictionary of Greek

  • Ξένιος Ζευς — Επίθετο που δινόταν στο Δία επειδή, όπως και την Αθηνά, τον θεωρούσαν προστάτη των ξένων και τιμωρό εκείνων που παραβίαζαν την ιδιότητα του ιερού και απαραβίαστου που προστάτευε κάθε ξένο …   Dictionary of Greek

  • ЗЕВС —    • Ζεύς,          Iupiter, сын Кроноса и Реи (Hesiod. theog. 453), отсюда Κρονίων, Κρονίδης, Saturnius; брат Посейдона, Гадеса, Гестии, Деметры и Геры, муж Геры, могущественнейший и высочайший из богов греческого народа, державный властитель… …   Реальный словарь классических древностей

  • Διᾶ — Ζεύς dyaús masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διά — Ζεύς dyaús masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διί — Ζεύς dyaús masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)